"Να μάθεις να φεύγεις από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας.Μ.Λ. "

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Τσαμαντάς στο...Χόλυγουντ!!!

Φαίνεται πως η Μουργκάνα έχει πέραση στο Χόλυγουντ! Μετά το Λιά και την "Ελένη" που γυρίστηκε στην...Ισπανία, τώρα σειρά έχει ο Τσαμαντάς που γυρίστηκε στην...Καλιφόρνια!
Jason Bourne (Matt Damon) κι Αμερικλανιές του κερατά!  (Σαν το μαγαζί του ...Κέντρου μου φαίνεται!  :)

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

Τσαμουριά, Α. Γκότοβος

Από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις κυκλοφορεί το βιβλίο, “Τσαμουριά”, Ταυτότητες στην κατοχική Θεσπρωτία και ο ρόλος της μουσουλμανικής μειονότητας του Αθανάσιου Γκότοβου.

Δεν είναι το πορώτο ούτε το τελευταίο βιβλίο που κυκλοφορεί για την (πολύπαθη και στον εκδοτικό τομέα) Τσαμουριά. Κοντεύω να φτιάξω μιά μικρή βιβλιοθήκη με τα ελληνικά και αλβανικά βιβλία. Είναι εύκολο να παρασυρθεί κάποιος από συναισθηματισμούς και εξαιρετικά δύσκολο να γράψει ιστορία. Θα διαβάσω με προσοχή το βιβλίο του Αθανάσιου Γκότοβου και θα γράψω την άποψή μου.
(Κρίνοντας βέβαια από το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο έχω να πω μερικά πράγματα:
1. Το εθνόσημο της Αλβανίας κι από πάνω το εθνόσημο του Γ' Ράιχ δεν μου καλαρέσει! Άσχημα τα πράγματα. 2. Το υπόβαθρο είναι ένας σύγχρονος χάρτης της Ηπείρου. Η Τσαμουριά ΔΕΝ είναι ολόκληρη η Ήπειρος. Αυτή είναι μιά ιστορία που επαναλαμβάνουν συνεχώς οι Αλβανοτσάμηδες. Τώρα θ΄αρχίσουμε κι εμείς να τους σιγοντάρουμε;  3. Γιατί σύγχρονος χάρτης της Ηπείρου; Δεν βρέθηκε ένας της εποχής;

Στο οπισθόφυλλο γράφει:
Όλη η περίοδος από το 1941 μέχρι το καλοκαίρι του 1944 ήταν για τη Θεσπρωτία ένα «ξήλωμα» του Ρωμαίικου. Η ελληνική (κατοχική) διοίκηση στο νομό παρέλυσε. Στη θέση της λειτουργούσε μια άτυπη μεν, αλλά ουσιαστική αλβανική διοίκηση με πολιτικά, αστυνομικά και στρατιωτικά όργανα . Η διοίκηση αυτή είχε εθνικοσοσιαλιστικό πολιτικό στίγμα και λειτούργησε όχι απλώς εξ αντικειμένου, αλλά προγραμματικά στο πλευρό των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων. Στο ενεργητικό της εγγράφεται η εκδίωξη μεγάλου μέρους του χριστιανικού πληθυσμού από την περιοχή μέσω της συστηματικής άσκησης ένοπλης βίας.
Όπως, όμως, συνέβη με όλες τις μειονότητες που πόνταραν στο χαρτί του Άξονα για την πραγμάτωση των πολιτικών τους σχεδιασμών, η αντίστροφη μέτρηση άρχισε από τη στιγμή που κατέρρευσε το πολιτικο-στρατιωτικό πλαίσιο από το οποίο αυτές αντλούσαν την ισχύ τους. Ωστόσο, για την περίπτωση των Μουσουλμάνων Τσάμηδων της Θεσπρωτίας υπάρχει μια ιδιαιτερότητα: δεν είναι ο κόκκινος στρατός που ξηλώνει τη φιλοναζιστική διοίκηση, αλλά οι δυνάμεις του Ζέρβα ως τμήμα των συμμαχικών ενόπλων δυνάμεων. Η ιδιαιτερότητα αυτή θα έχει συνέπειες, λόγω του ελληνικού εμφυλίου. Η δράση του Ζέρβα, συμπεριλαμβανομένης της δράσης εναντίον των ένοπλων Τσάμηδων, έπρεπε στην αφήγηση της Αριστεράς να χαρακτηριστεί με παρόμοιο πολιτικό πρόσημο.
Το κόμμα των Τσάμηδων στη γειτονική Αλβανία επαναλαμβάνει ουσιαστικά μια αφήγηση που έχει τις ρίζες της στις επικοινωνιακές σκοπιμότητες του ελληνικού εμφυλίου. Όσοι δέχονται ότι η Ιστορία «κατασκευάζεται» κοινωνικά, ας είναι έτοιμοι να υποδεχθούν και άλλες, πιο ριζοσπαστικές, «κατασκευές» μέσα από τα κομμουνιστικά χαλάσματα των Βαλκανίων. Η εποχή τις ευνοεί. Αυτό που δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει είναι για πόσο ακόμη…


...δεν είναι ο κόκκινος στρατός που ξηλώνει τη φιλοναζιστική διοίκηση, αλλά οι δυνάμεις του Ζέρβα ως τμήμα των συμμαχικών ενόπλων δυνάμεων. Η ιδιαιτερότητα αυτή θα έχει συνέπειες, λόγω του ελληνικού εμφυλίου. Η δράση του Ζέρβα, συμπεριλαμβανομένης της δράσης εναντίον των ένοπλων Τσάμηδων, έπρεπε στην αφήγηση της Αριστεράς να χαρακτηριστεί με παρόμοιο πολιτικό πρόσημο...

Δύσκολα τα πράγματα. Τί χαλεύει ο κόκκινος στρατός  στη Θεσπρωτία; Εκτός αν ο συγγραφέας εννοεί τον ΕΛΑΣ. Ο Ζέρβας όμως δεν ξήλωσε μόνο τη φιλοναζιστική διοίκηση. Ξήλωσε και γυναικόπαιδα. Κι αυτό δεν είναι αφήγηση της Αριστεράς...

Αλλά ας μη βιαζόμαστε. Θα τα πούμε μετά την ανάγνωση του βιβλίου...


 

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Με αφορμή μιά παλιά φωτογραφία...

Η παλιά φωτογραφία είναι τραβηγμένη στο Σκάλωμα της Σαγιάδας το 1948 ή 1949.
Διακρίνεται πίσω από το πρόχειρο μετερίζι με τους στρατιώτες, ο μεταλλικός φάρος  (χωρίς τη λάμπα της κορυφής και με την πόρτα τάμπαρο -ίσως χωρίς πόρτα-) σε φάση κατασκευής ή συντήρησης.
Οι φαντάροι (ένας απ' αυτούς είναι Σαγιαδινός, ο -καθιστός- Κωνσταντίνος Αντωνάδος) φυλάνε το λιμάνι. Η θέση του μετεριζιού -ταμπουριού προφανώς τους επιτρέπει να ελέγχουν το δρόμο πρόσβασης, αλλά και την παλιά είσοδο στο Σκάλωμα από τη μεριά της κατασκήνωσης (πριν κατασκευαστεί ο δρόμος κι η γεφυρούλα στη δεκαετία του '30, ο μόνος τρόπος πρόσβασης στο λιμάνι ήταν από τη μεριά της σημερινής κατασκήνωσης, όπου σώζονται τα υπολέιμματα του καλντεριμιού). Όπως βλέπουμε στη φωτογραφία, το ταμπούρι από τη μεριά του δρόμου είναι πιο υπερυψωμένο. Από διηγήσεις, μαθαίνουμε ότι ακόμα κι όταν γύρισαν οι Σαγιαδινοί από την εξορία στην Κέρκυρα ("ανταρτόπληκτοι" ή "συμμοριόπληκτοι") δεν τους άφησαν να πάνε στο παλιό χωριό αλλά τους στρίμωξαν στο Σκάλωμα για το φόβο των ανταρτών. Τα προβλήματα ήταν πολλά, καθώς έπρεπε να βγαίνουν το πρωί για δουλειά στα χωράφια και το απόγευμα να μαντρώνουνται πάλι στο κλουβί. Οι φαντάροι μετά τη δύση του ήλιου έκλειναν τη γέφυρα. Η φωτογραφία που μας απασχολεί, θα μπορούσε να είχε τραβηχτεί το 1948, (όταν ο Ντίνος πήγε φαντάρος). Τότε ο στρατός φύλαγε το λιμάνι, από το οποίο ανεφοδιάζονταν το Φιλιάτι (οι Σαγιαδινοί ήτανε στην Κέρκυρα κι οι μόνοι που είχαν παραμείνει στο λιμάνι ήταν οι απαραίτητοι για τη λειτουργία του (φωτοεκφορτωτές κλπ). Θα μπορούσε όμως να έχει τραβηχτεί και το 1949-50 όταν οι Σαγιαδινοί είχαν γυρίσει, αλλά ήταν μαντρωμένοι και τους φύλαγε πάλι ο στρατός. Πότε απολύθηκε ο Ντίνος του Ντωνάδου; Αυτό θα είναι το terminus post quem :) της φωτογραφίας...

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

Ποδηλαταύγουστος


"...τυχαία δήθεν αν τη δεις φέρτη στο ταβερνάκι
κρυμμένος θάμαι στη γωνιά για να τη δω λιγάκι..."

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

Γράμμος

Σήμερα θυμήθηκα το βιβλίο που μου είχε χαρίσει ο Μήτσος ο Γόντικας. Είχε έρθει στη Σαγιάδα για ν' ανεβούμε στη Μουργκάνα. Στην πορεία τον έπεισαν ν΄ανέβει μ' ένα συνταξιούχο...χωροφύλακα!
Κάναμε όμως αρκετές συζητήσεις, (ίσως λίγο έντονες). Μου είπε ότι το Κ.Κ.Ε. θέλει να βγάλει ένα βιβλίο για τη Μουργκάνα. Όπως έβγαλε για το Γράμμο. 
Διαβάζω το βιβλίο που μου άφησε φεύγοντας. Γραμμένο στο γνωστό στυλ "τιμή και δόξα στους ηρωικούς μαχητές" κλπ. Έχει όμως αρκετές πληροφορίες για το Γράμμο. Καλώς ή κακώς αυτοί έχουν το μεγαλύτερο μέρος του Αρχείου του Κ.Κ.Ε. (το υπόλοιπο βρίσκεται στα Α.Σ.Κ.Ι. και είναι στη διάθεση του κάθε ερευνητή). Θα ήταν βασικό βοήθημα αυτό το βιβλίο αν είχε κυκλοφορήσει. Ίσως να το δούμε σύντομα.

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

Η πίσω πλευρά της Μουργκάνας

Άρχισαν οι προετοιμασίες για την αναβαση στη Μουργκάνα από την "πίσω" πλευρά. Από εκεί που ανέβηκε ο στρατός ύστερα από τόσες αποτυχημένες προσπάθειες. Σήμερα απλά επόπτευσα το χώρο και πήρα αρκετές πληροφορίες. Μιά απ' αυτές ήταν, ότι ο ντόπιος οδηγός της πρώτης προσπάθειας στο Σκητάρι, ήταν απ' την Αγια Μαρίνα. Άλλη μιά ήταν ότι ο στρατός στις μάχες της ανάβασης, κατέλαβε την Κοσοβίτσα ...επί αλβανικού εδάφους!
Η Κοσοβίτσα σήμερα.
Η πίσω πλευρά της Μουργάνας, κόντρα στον απογευματινό ήλιο.
Φωτογραφία από τον Κασιδιάρη.

(Είναι νωρίς ακόμα για συμπεράσματα, αλλά φαίνεται ότι παραήταν εύκολη η πτώση της Μουργκάνας. Θα συνέβαινε αυτό αν παρέμενε στη θέση του ο Καλιανέσης; Έμπειρος στρατιωτικός, απέδειξε στην πρώτη πολιορκία ότι ήξερε να χειριστεί τις έκτακτες καταστάσεις, όπως τον εμβολισμό στο Σκητάρι. Τελικά το σχέδιο του Εθνικού Στρατού παρέμεινε (πέρα από τις ανόητες κατα μέτωπον επιθέσεις) το ίδιο. Αιφνιδιασμός από την πίσω πλευρά και κατάληψη της κορυφής. Επαναλήφθηκε και πέτυχε. Ο Κολιγιάννης (ως αντικαταστάτης του Καλιανέση) δεν κατάφερε να κάνει το ίδιο με τον προκάτοχό του. Να μεταφέρει δηλαδή δυνάμεις στο Μεσοβούνι και ν' αποτρέψει την ανάβαση του στρατού στο ύψωμα. Από κει και πέρα η μάχη είχε χαθεί για το Δημοκρατικό Στρατό. Η περιοχή τους κόπηκε στη μέση. Θα μπορούσαν βέβαια να αποσυρθούν στη μεριά του Τσαμαντά, αλλά χωρίς το 1806 τα πράγματα θα ήταν πολύ δύσκολα. Έτσι προτίμησαν (γι άλλη μια φορά) μια παλαβή υποχώρηση-απαγκίστρωση, για την οποία θα έχουμε την ευκαιρία να μιλήσουμε...
Ας κρατήσουμε για πρώτο συμπέρασμα, το ρόλο της διοίκησης. "Καραβανάδες του γιούργια" από τη μεριά του Εθνικού Στρατού, οδήγησαν τους φαντάρους στη σφαγή. Μια πονηρή κίνηση (ο αιφνιδιασμός στο Σκητάρι) πνίγηκε μέσα στην γενική νωθρότητα. Από την άλλη πλευρά η έξοχη κίνηση του Καλιανέση (ο αιφνιδιασμός της Πόβλας) έδωσε τη νίκη στο Δημοκρατικό Στρατό. Όταν άλλαξε η διοίκηση, "το τσακάλι" ο Τσακαλώτος χτύπησε από εκεί που δεν το περίμεναν: Από την Αλβανία ουσιαστικά, την ίδια στιγμή που ο Κολιγιάννης συνέχισε να διοικεί σαν "πολιτικός επίτροπος" και όχι ως στρατιωτικός διοικητής. Η Μουργκάνα, " το άπαρτο κάστρο της λευτεριάς" κράτησε όχι με τα πολυβολεία και τα ναρκοπέδια, αλλά με τις έξυπνες αντεπιθέσεις και πάρθηκε από έναν πονηρό αντίπαλο.)

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Πριν...

Διαβάζοντας πριν την καταιγίδα...

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Οι γυναίκες της Αιγύπτου.

Τί δουλειά έχουν οι "Αιγύπτιες γυναίκες" με τη Μουργκάνα; Αυτό αναρωτήθηκα κι εγώ, διαβάζοντας το κείμενο του Δημήτρη Χατζή:
"...Να μας συγχωρεί ο «Σύνδεσμος των Αιγυπτίων Κυριών» που διαμαρτυρήθηκε για το παιδομάζωμα, μα εμείς αυτή τη γυναίκα τη σκοτώσαμε..." 
Τελικά βρήκα το κείμενο της "Ενώσως των Αιγυπτίων Γυναικών"  (και όχι του..."Συνδέσμου των Αιγυπτίων Κυριών" που αναφέρει ο Χατζής.) Βρίσκεται στο βιβλίο του Υπολοχαγού Αντωνίου Δαυΐδ, ΕΘΝΙΚΟ ΠΑΙΔΟΦΥΛΑΓΜΑ, (σ. 139) το οποίο γράφτηκε το 1948. Το αντίτυπο που έχω στη βιβλιοθήκη μου, εκδόθηκε το 1949 από το Γ.Ε.Σ. κι αφιερώθηκε στον ίδιο τον αντιστράτηγο Θρασύβουλο Τσακαλώτο. Πως από τη βιβλιοθήκη του στρατηγού έφτασε στη ...δικιά μου, είναι μυστήριο. 
Στο εξώφυλλο, η περίφημη αφίσα, με τη μάνα Ελλάδα με κουρελιασμένο χιτώνα, να τρέχει να προστατέψει τα παιδιά από τον...διαβολικό αντάρτη με το ματοβαμμένο μαχαίρι, το καμμένο χωριό και το αίμα που τρέχει. Θα ασχοληθούμε αργότερα με την...αισθητική του εμφύλιου, αλλά κι άλλη πλευρά κάτι τέτοιες καρικατούρες έκανε.
Η αφιέρωση στον Τσακαλώτο.

Η ...δερμάτινη έκδοση, θα πρέπει να απευθύνονταν σε υψηλά πρόσωπα.
(Έχω συλλέξει αρκετά βιβλία για το "παιδομάζωμα" "παιδοφύλαγμα". Θα τα παρουσιάσω όλα εν καιρώ...)


Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Δευτερολογία για τη «Μουργκάνα»


Αντί Τεύχος 767 (12 Ιουλίου 2002)
Δευτερολογία για τη «Μουργκάνα»
της Αγγέλας Καστρινάκη

Διαβάζω στο Αντί, τχ. 765 (Ιούνιος 2002), το οργισμένο και κάπως προσβλητικό για μένα, σε ορισμένα σημεία, κείμενο της κυρίας Τζένης Οικονομίδη για τη «Μουργκάνα» του Χατζή, που απαντά στο περσινό δικό μου άρθρο με το ίδιο θέμα. Δεν έχει νόημα βέβαια να επαναλάβω μια ήδη κατατεθειμένη άποψη για το έργο αυτό του Χατζή, στην οποία μπορεί εύκολα να ανατρέξει ο αναγνώστης. Επειδή τυχαίνει όμως εν τω μεταξύ να έχω συμπληρώσει το δημοσιευμένο κείμενο, με αφορμή μια παρατήρηση της Έρης Σταυροπούλου,[1] μου φαίνεται κατάλληλη ευκαιρία να παραθέσω εδώ αυτό το καινούριο επιχείρημα, μια και διευκρινίζει ένα σημείο στο οποίο η «συνομιλήτριά μου» (αν αποδέχεται τον χαρακτηρισμό) κυρία Οικονομίδη έχει ενστάσεις. Έγραφα λοιπόν ότι στη «Μουργκάνα» ο Χατζής παρουσιάζει τους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού να τραγουδάνε διαρκώς, σε μια προσπάθεια να δηλώσει την αισιοδοξία τους, το υψηλό ηθικό τους, την ημεράδα τους, την πίστη στη νίκη, συναισθήματα για τα οποία μπορούμε να έχουμε κάποιες αμφιβολίες, με δεδομένο το γεγονός της ολοφάνερα δυσμενούς εξέλιξης του πολέμου. Το συμπλήρωμά μου τώρα έχει ως εξής:
«Πόσο αλλιώτικα είχε χειριστεί ο Χατζής το θέμα στη Φωτιά, όταν στο τέλος του αφηγήματος περιέγραφε τα γεγονότα του Δεκέμβρη, είναι χαρακτηριστικό. Εκεί οι αγωνιστές δεν τραγουδάνε ποτέ, ούτε καν μιλάνε. Αντίθετα νιώθουν μίσος -μια έννοια που δεν υπάρχει στη “Μουργκάνα”- και δρουν με άφωνο πείσμα: “Το νιώθει μέσα της [η ηρωίδα], ολόγυρά της, παντού, αυτό το μίσος. Είναι πάνω στα λόγια τους και στα πρόσωπά τους ολουνών. Μπουκάρει μέσα στο νοσοκομείο με τον παγωμένο βοριά του Δεκέμβρη κάθε φορά που ανοίγουν την πόρτα για να κουβαλήσουν τους καινούριους λαβωμένους απ’ τα οδοφράγματα, βρόμικους κατατσακισμένους. Χωρίς να μιλάνε πολλά τους αφήνανε και φεύγανε βιαστικά για να γυρίσουν ύστερα ξαναφέρνοντας άλλους (...) Ποτές δε γκρινιάζουν, πότες, δε βογκάνε. Και δεν τραγουδάνε (...)· μάθανε να σφίγγουν τα δόντια και να σωπαίνουν.”[2]
Σε παρόμοια περίσταση λοιπόν, επίσης εμφύλιας σύρραξης, ο Χατζής παρουσιάζει τους αγωνιστές του βωβούς, βωβούς από τη συναίσθηση μιας τόσο δυσάρεστης (ίσο και αναγκαίας ενέργειας. Η διαφορά ανάμεσα στη σιωπή της Φωτιάς και στο ασταμάτητο τραγούδι της “Μουργκάνας” προκύπτει από μια αντιστρόφως ανάλογη αισιοδοξία: σε μια εποχή όπου στον εμφύλιο έμοιαζε να υπερισχύει η αριστερά, παρά την πρόσκαιρη ήττα, ο συγγραφέας μπορούσε να πλάσει τους ήρωές του με βαρύθυμη συνείδηση του προβλήματος· αλλά σε μια εποχή ήττας κάθε συναίσθηση της κατάστασης όφειλε να αποκρυβεί. Το ίδιο ισχύει και για τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά των αγωνιστούν: το 1945 (οπότε γράφεται η Φωτιά) μπορούσαν να παρουσιάζονται “βρώμικοι” και “κατατσακισμένοι”, το 1948 όχι. Όσο για το “μίσος”, αν δεν αυξήθηκε, πάντως δεν μειώθηκε ανάμεσα στον Δεκέμβρη και στη Μουργκάνα - όμως στο δεύτερο κείμενο θεωρείται σκόπιμο να αποσιωπηθεί πλήρως.»
Η σύγκριση των δύο κειμένου του Χατζή δείχνει, πιστεύω, εύγλωττα τις διαφορετικές πολιτικές ανάγκες στις οποίες επιδιώκει να ανταποκριθεί καθένα από αυτά. Λίγο πριν τη μεγάλη, τελειωτική ήττα η αισιοδοξία οφείλει να ακουστεί στη διαπασών. Αυτό δοκίμασα να δείξω. Το ότι «με καθηγητική αυστηρότητα» ζητάω από τον Χατζή να «παραδειγματιστεί» από τον Ρένο Αποστολίδη, να χαμηλώσει τους τόνους του, να αποκτήσει αντιπολεμική διάθεση, ακόμα και να αυτοκαταργηθεί, αποτελεί μια ακραία παρανόηση του δικού μου κειμένου, παρανόηση που δείχνει ότι η συνομιλήτρια δεν μπορεί να ξεχωρίσει ανάμεσα στην επισήμανση και στην υπόδειξη, ανάμεσα στη συμπάθεια και στην πλήρη ταύτιση. Συμπαθώ αλλά δεν ταυτίζομαι: αυτό είναι το δικό μου σημείο εκκίνησης.
Όμως πίσω από την οργισμένη αντίδραση της κυρίας Οικονομίδη λανθάνει ακριβώς η απαίτηση της ταύτισης. Μου προσάπτει ότι κρίνω τον Χατζή «από μια πολιτική αντιπαλότητα θέσεων» και θεωρεί ότι δεν είναι «παρούσες και διαφανείς», ως όφειλαν, οι πολιτικές μου απόψεις. Για χάρη της διαφάνειας λοιπόν, και επειδή δεν γίνεται εδώ και τώρα να προβώ σε δήλωση πολιτικής ταυτότητας, μπορώ να παραπέμψω την κυρία Οικονομίδη και όποιον άλλο επιθυμεί σε ένα σχετικά πρόσφατο άρθρο μου στην Αυγή, με τίτλο «Μαθητεία στην Αριστερά»,[3] όπου θα διακρίνει, ελπίζω, σε ποιου είδους Αριστερά πίστευα και πιστεύω. Με βάση αυτί) την αντίληψη βλέπω, νομίζω, και τον εμφύλιο: με ψυχραιμία και χωρίς οργή για τους αντιπάλους. «Αντίπαλοι» παραμένουν συναισθηματικά οι δεξιοί, προσπαθώ ωστόσο και αυτούς να τους εννοήσω. Ίσιος βέβαια -δεν το παραγνωρίζω- βρίσκομαι σε πιο ουδέτερη θέση, καθότι οι γονείς μου δεν μεγάλωσαν κάτω από την απειλή των τρομοκρατούν της δεξιάς, όπως φαίνεται να συνέβη με την κυρία Οικονομίδη.
Η απαίτηση της ταύτισης όμως, που χαρακτηρίζει την ηπειρώτισσα συνομιλήτριά μου, έχει και μιαν άλλη παράμετρο: ο Χατζής έχει αναχθεί σε πρόσωπο ιερό, του οποίου δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ούτε το νυχάκι. Τι να κάνουμε όμως που και οι καλύτεροι έχουν αδυναμίες; Μια προβληματική συγγραφική στιγμή (απόλυτα κατανοητή, έτσι κι αλλιώς), ή μια νευρική διαταραχή. Ο Χατζής, όταν βρέθηκε στο βουνό το ’48, έπαθε κατά πάσα πιθανότητα «πολεμίτιδα», μια νευρική κατάρρευση. Το θέμα αυτό το έχω συζητήσει με τον καθόλα αναμάρτητο απέναντι στον Χατζή Νίκο Γουλανδρή. Νομίζω πως κι αυτό το στοιχείο, που το χρησιμοποιώ εντελώς επικουρικά, μας βοηθά κάπως να καταλάβουμε το κλίμα μέσα στο οποίο γράφτηκε η «Μουργκάνα». Πρέπει να το αποκρύψουμε ή να αποδώσουμε την ταραχή του Χατζή στην εκτέλεση του αδελφού του, όπως θέλει η κυρία Οικονομίδη: Αντίθετα, νομίζω πως αυτές οι «ανθρώπινες» και κάθε άλλο παρά προσβλητικές όψεις των προσώπων και των πραγμάτων μάς βοηθούν και να κατανοήσουμε την ιστορία και να συγκροτήσουμε μια κουλτούρα ειλικρινούς συνομιλίας.


[1] Η Έρη Σταυροπούλου παρατηρεί ότι στη Φωτιά οι αγωνιστές χαρακτηρίζονται από μια επίμονη σιωπή: Προτάσεις ανάγνωσης για την πεζογραφία μιας εποχής, Αθήνα 2001, σ. 217.
[2] Δημήτρης Χατζής, Φωτιά, Αθήνα 1946, σ. 137.
[3] Kυριακάτικη Αυγή (Ενθέματα), 11.6.2000.

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Η...υπεράσπιση της Μουργκάνας



Η «υπεράσπιση» της «Μουργκάνας»
της Τζένης Οικονομίδη  

(ΑΝΤΙ τ. 765/14-6-2002, σσ. 46-50)

(Το κείμενο αυτό γράφτηκε και διακινήθηκε αρχικά ως ένα «κείμενο για συζήτηση με τους φίλους μου». Αιτία στάθηκε το κείμενο της Αγγέλας Καστρινάκη, «“Μουργκάνα”: η υπερβολή της απελπισίας», Αντί, τχ. 743-4 (27/7/2001 ), σ. 52-54. Το μεγάλο διάστημα που μεσολάβησε οφείλεται κυρίως στην πεποίθησή μου ότι κάποιος αρμοδιότερος θα το σχολίαζε νωρίτερα.)

Τον Φλεβάρη του 1948 από το όρος Μουργκάνα ξεκινά η «εαρινή επίθεση» τον εθνικού στρατού εναντίον των θέσεων των ανταρτών τον Δημοκρατικού Στρατού. Το σύνολο των επιχειρήσεων που διεξήχθησαν εκεί έμεινε στην ιστορία ως οι μάχες της Μουργκάνας και κατέγραψε την πιο θριαμβευτική νίκη τον Δημοκρατικού Στρατού. Μια νίκη λαμπρή λίγο πριν το βαθύ σκοτάδι της τελικής ήττας που σίμωνε. Τα γεγονότα της Μουργκάνας κάλυψε με την πένα του ο Δημήτρης Χατζής.

Στρατευμένος μ’ αυτό τον τρόπο μας δίνει ένα κείμενο πολεμικής ανταπόκρισης χειμαρρώδες και γλαφυρό, που σε κάθε του γραμμή ακούγεται ο σφυγμός αυτής της συγκυρίας: τα τύμπανα μιας πολύτιμης νίκης. Ο σκοπός του κειμένου ευδιάκριτος απ’ την αρχή. Να καταγράψει πιστά τα γεγονότα, να αναποδογυρίσει τα ψέματα των άλλων, να παραθέσει μαρτυρίες, ονόματα, να καταγγείλει. Με δυο λέξεις: να πει τα πράγματα απ’ τη μεριά «μας». Γιατί: «Εμείς δεν είπαμε ψέματα»[1]. Ο ρόλος του κειμένου επίσης ευδιάκριτος και σαφής. Μέσα στις συνθήκες του πολέμου, να ανεβάσει το ηθικό των μαχητών του Δ. Σ. και παράλληλα να μεταφέρει ένα μήνυμα νίκης σε όσους παρακολουθούσαν και συντάσσονταν μαζί τους.
Κι όμως. Στη συμβολή της Αγγέλας Καστρινάκη στο αφιέρωμα για τον Δ. Χατζή του περιοδικού Αντί, το κείμενο αυτό κρίθηκε ως το «ατελέστερο ίσως ενός μεγάλου συγγραφέα», το «πιο φιλοπόλεμο ίσως έργο στη λογοτεχνία της [Ελλάδας]», και ως το έργο που «Ίσως διεκδικεί τα πρωτεία και του πιο ανειλικρινούς πολεμικού κειμένου της ελληνικής λογοτεχνίας». Τόσα «ίσως» είναι τάχα δισταγμός ή έμφαση;
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.
Ο Δημήτρης Χατζής επιλέγει απ’ τη φωτιά του πολέμου να μας αφήσει ένα κείμενο. Αυτή ήταν η θέση του, κι όπως είπαμε, η στράτευσή του. Όσα κι αν ειπώθηκαν στις μέρες μας για τα μέτωπα που εγκαταλείφθηκαν, για τις διαχωριστικές γραμμές που σβήστηκαν, για τις αντιπαλότητες που εξαφανίστηκαν, δεν μπορεί παρά να αναγνωρίζουμε το χρέος της στράτευσης στους καιρούς της αναμέτρησης[2]. Αν αντί για συγγραφέα είχαμε ζωγράφο, θα μας παρέδιδε μάλλον μια σύνθεση των πεδίων των μαχών απ’ αυτές που φτιάχνανε οι καλλιτέχνες που ακολουθούσανε τους στρατηλάτες κάποιους αιώνες πριν. Ίσως τότε το «μικρό κομμάτι κίτρινου τοίχου» που τόσο γοήτευε τον Προυστ στον πίνακα του Βερμέερ, να ήταν αυτό το κείμενο μέσα στο κείμενο, αυτή η στιγμή πραγματικής νεκρικής ησυχίας που προτάσσεται στη «Μουργκάνα»: η επιστολή του αντίπαλου «νεκρού αδερφού» στην αγαπημένη του, γραμμένη λίγο πριν την έναρξη της επίθεσης.
Η επιστολή κομίζει βεβαίως πληροφορίες. Σ’ αυτό θα συμφωνήσουμε με την κ. A. Κ. Είναι μια μαρτυρία. Και αυτός είναι ο ένας λόγος που παρατίθεται. Αν χαρακτηρίσουμε αυτή την παράθεση ως λογοτεχνικό τερτίπι, αυτό σημαίνει ότι ξέρουμε ότι είναι εξ ολοκλήρου κατασκευασμένο και άρα η χρήση του γίνεται για λόγους δημιουργίας εντυπώσεων. Αλλά αυτό είναι ήδη μια θέση. Ένας άλλος λόγος που παρατίθεται είναι όντως για να μας καταστήσει συμπαθή τον γράφοντα και μέσω αυτού τον αντίπαλο, αφού πρώτ’ απ’ όλα τον προσωποποιεί. Αναπλάθει το «μισό φαγωμένο πρόσωπο» σ’ αυτό το άθαφτο ράκος και στήνει το φάντασμά του απέναντι στον ίδιο τον συγγραφέα πρώτα και μετά απέναντι στον αναγνώστη, έτσι όπως ήταν πριν η φρίκη του πολέμου το αφανίσει. Θα αφήσουμε κατά μέρος αναρωτήσεις για το αν η φρίκη ενός εμφυλίου πολέμου είναι χειρότερη από αυτή των άλλων πολέμων τη στιγμή που δείχνουν να είναι τόσο συχνοί στην ιστορία, ή αν είναι θλιβερότεροι έναντι των άλλων (λιγότερο θλιβερών;) ιμπεριαλιστικών, λόγου χάρη, ή εθνικών πολέμων.
Ο ίδιος ο Χατζής πόντιος απ’ την αρχή το λέει πως αδελφοκτόνος είναι αυτός ο πόλεμος. Το φώναζαν μας λέει με τον τηλεβόα: «αδέρφια μην έρχεστε».
Αλλά, αλήθεια, γιατί αυτή την ενοχή πρέπει να τη σηκώνει μόνη της η Αριστερά; Πότε ο αντίπαλος τηλεβόας φώναξε «αδέρφια» τους μαχητές της άλλης μεριάς; Αντίθετα, αυτοί που τους «έσπρωχναν από πίσω» τους έλεγαν «πως είμασταν Αρβανίτες και Σλάβοι». Στο ποιοι ήταν αυτοί που τους έσπρωχναν ή τους εκβίαζαν να προχωρήσουν αναφέρεται αναλυτικά και με τα στοιχεία που διαθέτει ο Δ. Χατζής. Φαίνεται όμως ότι δεν είναι αρκετά για να θεωρηθούν «εγκλωβισμένα αδέρφια μας» οι φαντάροι του εθνικού στρατού. Αν όντως είναι έτσι, μήπως τότε μιλάμε για έναν καθωσπρέπει εμφύλιο, όπου ο εχθρός αδερφός, όταν περνάμε από τον ήρεμο συλλογισμό στα ταμπούρλα της μάχης, γίνεται νέτα- σκέτα εχθρός και για τις δύο πλευρές;
Για τον Δημήτρη Χατζή όμως, η απάντηση δεν είναι τόσο αβίαστη. Η μετάβαση δηλαδή από την έννοια του αδερφού σε εκείνη του εχθρού δεν γίνεται σε καμία περίπτωση χωρίς καμία εξήγηση, όπως ισχυρίζεται η Αγγέλα Καστρινάκη, αφού ο συγγραφέας «ξοδεύει» 15 σελίδες, το 1/4 του συνολικού κειμένου, για να περιγράφει ακριβώς την συγκρότηση των αντιπάλων στρατοπέδων μέχρι την τελική τους αντιπαράταξη σε θέση μάχης. Απ’ τις δραστηριότητες των πρώτων αντάρτικών ομάδων στην Ήπειρο μέχρι την κατοχή της Μουργκάνας από τις δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού. Την περιγραφή της «προετοιμασίας» του βουνού για τη μάχη. Από την σύνθεση και την ανάπτυξη του εχθρικού εθνικού Στρατού μέχρι την αναλυτική αναφορά στο παραστρατιωτικό τάγμα του Γαλάνη και στις κτηνωδίες του, γνωστές βεβαίως στην Ήπειρο, αφού «αυτός ο Γαλάνης», ήταν ο Μπαμπούλας που ίσκιωνε τον ύπνο των μικρών παιδιών τότε, γονιών δικών μας αργότερα[3]. Με δυο λόγια, σ’ αυτές τις σελίδες εξηγείται ότι δεν ήταν ο Κάιν και ο Άβελ που συναντήθηκαν στα χαρακώματα της Μουργκάνας, αλλά δύο στρατόπεδα που οργανώθηκαν το ένα απέναντι στο άλλο, βήμα-βήμα, δύο και πλέον χρόνια πριν την οριστική αναμέτρηση. Όλα τα παραπάνω ιστορούνται σ’ αυτές τις 15 σελίδες που χωρίζουν και τις δύο κατά σειρά παραπομπές της A. Κ. στο κείμενο του Δ. X. Είναι απορίας άξιο πως από την πρώτη σελίδα του κειμένου έχουμε τέσσερις παραπομπές ενώ αυτές οι 15 σελίδες παραγράφονται. Και μάλιστα με τον τρόπο που η Α.Κ. μας λέει ότι ο Δ. X. παραγράφει την «συγγένεια» αλλά τώρα, στην περίπτωσή της, πράγματι χωρίς καμία εξήγηση: «Πράγματι λοιπόν το κείμενο, αν και αρχίζει με την υποδήλωση της “συγγένειας”, αμέσως μετά την παραγράφει - χωρίς καμία εξήγηση για τη μετάβαση από την έννοια του αδελφού σε εκείνην του εχθρού. Και όχι μόνο αυτό: αλλά ο συγγραφέας επιδίδεται επιπλέον σε περιγραφές καταστάσεων όπου η άκρα ταλαιπωρία του αντιπάλου προκαλεί “μεγάλο κέφι ” στους δικούς μας.»
Πάνω στα βουνά της Ηπείρου, ανάμεσα στα Ζαγόρια για παράδειγμα, χαράχτηκαν κάποτε περάσματα για τις ανάγκες του εμπορίου και της επικοινωνίας της εποχής. Στις μέρες μας οι διάφοροι φυσιολατρικοί και ορειβατικοί σύλλογοι χαρτογράφησαν αυτούς τους «δρόμους» και στήσαν πάνω τους το δικό τους δίκτυο με προτεινόμενες διαδρομές, σταθμούς ανάπαυσης, παρατηρητήρια κ.λπ. Έτσι ώστε, όταν το σίγουρο ορειβατικό μποτάκι μας πατήσει πάνω στο δρόμο των μουλαριών, και μέχρι να φτάσουμε στο παρατηρητήριο απ’ όπου θα θαυμάσουμε «το τοπίο να μεγαλώνει», να μας προσφέρεται η ευκαιρία, ακόμα και μέσω της κούρασης της πεζοπορίας, να επικοινωνήσουμε -έστω στιγμιαία- με τους πρώτους διαβάτες αυτού του δρόμου και με τον μόχθο τους. Αν σκεφτούμε τη «Μουργκάνα» του Δ. Χατζή σαν ένα ορεινό δρόμο που θα επιχειρούσαμε να περπατήσουμε ακολουθώντας το δίκτυο των σημείων της Α. Καστρινάκη, θα ήταν άραγε δυνατό να επικοινωνήσουμε με την ιστορία του ή ακόμα να σταθούμε στο κατάλληλο σημείο απ’ όπου το τοπίο φωτίζεται και μεγαλώνει αντί να κλείνει και να περιορίζεται από τους όρους που του τίθενται εξωτερικά; Όταν δηλαδή το κείμενο μας παρουσιάζεται από τη συγκεκριμένη οπτική γωνία ως ακολούθως: «Ώστε παρά τον εμφύλιο χαρακτήρα, αναστολές δεν υπάρχουν καθόλου στη μάχη. Ο αγώνας είναι δίκαιος και διεξάγεται με υψηλό ηθικό. Αν συγκρίνουμε το κείμενο αυτό με τα πεζογραφήματα για τον αλβανικό πόλεμο, θα διαπιστώσουμε ότι σε εκείνα, κείμενα επίσης ενός “δικαίου πολέμου”, υπάρχουν πολλά στοιχεία από την ανθούσα άλλοτε αντιπολεμική λογοτεχνία, που δεν θα τα βρούμε στο κείμενο του Χατζή: οι κακουχίες, η αμφιταλάντευση ανάμεσα στον ανθρωπισμό και στην πολεμική αποτελεσματικότητα, η αγάπη για τον αντίπαλο, η θλίψη μπροστά στον θάνατο. Στη “Μουργκάνα” αντίθετα δεν αναφέρονται καθόλου κακουχίες, ούτε αμφιταλάντευση, η αγάπη για τον “αδερφό” εξαντλείται στην πρώτη σελίδα (στα έργα του αλβανικού πολέμου κερδίζεται σταδιακά), όσο για τον θάνατο, αυτός ή περιγράφεται σχεδόν ευτράπελα ή προκαλεί πίκρα μονάχα “για μια στιγμή”.»
Η σχέση του «αλβανικού πολέμου» με τον εμφύλιο δεν είναι ότι και οι δύο είναι δίκαιοι πόλεμοι εντός ή εκτός εισαγωγικών. Η σχέση τους βρίσκεται στην ιστορική τους αλληλουχία, χωρίς μ’ αυτό να υπονοείται ότι μόνο εκεί βρίσκεται και η αιτία του εμφυλίου. Πάντως η κλιμάκωση των αισθημάτων για τον αντίπαλο είναι αναμενόμενο να είναι τελείως αντίστροφη στους δύο αυτούς πολέμους. Στον αλβανικό «οι γενναίοι μας με τη λόγχη ορμούν, τον εχθρό με λύσσα χτυπούνε» αφού αποκρούουν μια εισβολή ενός ξένου κατακτητή στο πάτριο έδαφος. Στην πορεία του πολέμου, όταν οι κακουχίες εξαθλιώνουν τους μαχητές, όταν η αιχμαλωσία δίνει πρόσωπο στον εχθρό, όταν οι απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό και ο πόνος μεγαλώνουν, τότε φαίνονται τα περιθώρια για μιαν άλλη εκτίμηση της κατάστασης. Στον εμφύλιο πόλεμο όμως, αυτοί που επέστρεψαν απ’ το αλβανικό μέτωπο, οι ίδιοι, αυτοί που συντέλεσαν στο έπος της αντίστασης, παίρνουν ξανά τα όπλα[4] για να πολεμήσουν ενάντια στους αδερφούς τους. Αυτός είναι ο εμφύλιος. Η αγάπη (για τον αντίπαλο) είναι στην αρχή. Μετά έρχεται ο πόλεμος. Δυστυχώς, αντιανθρωπιστικός εξ ορισμού. «Έτσι κρατήθηκε το μέτωπο τις πρώτες μέρες της επίθεσης. Οι εχθροί μας, μη μπορώντας ν' αρνηθούνε τις πολεμικές αρετές και την ικανότητα των μαχητών μας, θα θέλανε να τους παραστήσουν σαν τίποτα λύκους π’ αγρίεψαν στα βουνά και χάσανε και το φόβο για τ’ άτομό τους και την αγάπη τους για τους άλλους»[5], γράφει ο Δ. Χατζής. Είναι γνωστό και από ανθρωπολογικές μελέτες ότι η αντιμετώπιση του θανάτου αποτελεί πολιτιστική διαφορά(!). Η Α. Καστρινάκη για παράδειγμα, θεωρεί ευτράπελη περιγραφή θανάτου την ακόλουθη: «Ο διμοιρίτης Γκόγκος, στο λόχο του Σδράβου, τραυματισμένος στα υψώματα της Μεγάλης Ράχης έμεινε στη θέση του και τραγουδούσε ώς την ώρα που μια οβίδα του πυροβολικού τον σκόρπισε ολότελα.» Ακόμα θεωρεί ότι ο θάνατος της Ρίγκως περιγράφεται με τέσσερις γραμμές, τις οποίες και αναφέρει, προκαλώντας πίκρα μονάχα «για μια στιγμή».
Η είδηση του θανάτου της Ρίγκως είναι αυτή που επιλέγει ο Χατζής ως την τελική σκηνή της Μουργκάνας. Μες στο ψιλόβροχο, με τον ήχο απ’ τα πέταλα των μουλαριών να σιγοντά- ρουν το μουρμούρισμα του ημιονηγού, μέσα σ’ αυτή τη χαμηλόφωνη μονοτονία έρχεται το νέο. Η στιγμή που σε βρίσκει ένα τέτοιο νέο, που κόβει την ανυποψίαστη πορεία σου, η στιγμή της αναγγελίας του θανάτου, είναι ίσως η πιο κρίσιμη στιγμή της αφήγησης του γεγονότος. (Ποιος θα το πει; Πώς θα το πει;). Όταν μετά απ’ αυτό συνεχίζεται η πορεία στη βροχή ο ημιονηγός μοιρολογάει τη Ρίγκω (ανάγκη παμπάλαιη στην Ήπειρο) με το κλέφτικο μοιρολόι του Γιάννου: βρέχει ο ουρανός και βρέχεσαι, χιονίζει θα κρυώσεις, θα σου βραχούνε τ' άρματα τα όμορφα τσιαπράζια...
(Ένα τραγούδι για το θάνατο του πολεμιστή.)
Την πίκρα που απλώνεται για μια στιγμή δεν τη μαζεύει ξανά πίσω ο Χατζής. Μ’ ένα πραγματικά πικρό χαμόγελο αισιοδοξίας, στήνει ένα «πανοραμικό πλάνο» απ’ τη Μουργκάνα μέχρι χαμηλά κάτω στο ποτάμι, στον ήμερο τόπο, στην άνοιξη που μοσκοβολάει, στη ζωή που διαδραματίζεται παρ’ όλο τον πόλεμο, στη ζωή που ίσως τους περιμένει και μετά (η υπόσχεση της ειρήνης). Ένα τοπίο, που δεν θα ήταν ανάρμοστο να πει κανείς, ότι παραπέμπει στο σολωμικό των Ελεύθερων πολιορκημένων.
Οι δυσκολίες που έχει η A. Κ. να κατανοήσει τα προηγούμενα, καθίστανται ανυπέρβλητες όταν χρειάζεται να προσεγγίσει το θέμα του τραγουδιού των αγωνιστών. Η πολύ γνωστή και από τον κινηματογράφο εικόνα των επαναστατών που τραγουδούν, αυτή η αισιόδοξη, ορμητική εικόνα της μαχητικής νεότητας δεν απέδωσε τίτλους φιλοπόλεμου ε'ρ- γου στους Ταβιάνι, για παράδειγμα, ή στον Κεν Λόουτς πιο πρόσφατα.
Και να που ερχόμαστε τώρα στον βαρύτερο χαρακτηρισμό απ’ όλους όσους καταμαρτυρεί η A. Κ. στον Δ. Χατζή για τη «Μουργκάνα»: αυτόν της ανειλικρίνειας. Πού στηρίζεται αυτή η κατηγορία; Σε δύο αδιάσειστα στοιχεία κατά την γράφουσα. Πρώτον, στο ότι οι μάχες της Μουργκάνας απέφεραν στο Δημοκρατικό Στρατό μιαν «εξαιρετική επιτυχία... που άγγιζε τα όρια του “θαύματος”... (ήταν όμως) μια δευτερεύουσα νίκη (η οποία) ανάγεται σε παράδειγμα τη στιγμή που ήταν μάλλον σαφές ότι η συνολική ήττα πλησίαζε αναπόφευκτά». Και δεύτερον, στο ότι «γνωρίζουμε επιπλέον ότι ο ίδιος ο Χατζής, όταν βρέθηκε στο βουνό το καλοκαίρι του ’48, δεν πολέμησε καθόλου, και πως στάλθηκε σύντομα εκτός συνόρων με πολύ ταραγμένα τα νεύρα του». «Η πληροφορία για την άσχημη κατάσταση νεύρων του Χατζή προέρχεται από συζήτησή μου με τον Νίκο Γουλανδρή», μας εμπιστεύεται η Α.
Κ. και μας αφήνει άφωνους με την απίστευτη λεπτότητα με την οποία προβάλλει αυτό το προσωπικό ζήτημα στο έργο του συγγραφέα (!)
Ύστερα από τα προαναφερθέντα είναι, νομίζω, αδύνατη η προσέγγιση του κειμένου με βάση την παρανάγνωση που επιχειρεί η A. Κ. Είναι σκόπιμο λοιπόν ν’ ακούσουμε με «ώτα ακουόντων» επιτέλους το ίδιο το κείμενο: «Πώς τα κατάφεραν; Ο παραλογισμός του άκρου ηρωισμού είναι η απάντηση για το Μεσολόγγι του 1826, για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, για τον Δεκέμβριο στην Αθήνα. Μα για τις επιχειρήσεις της Μουργκάνας, μια τέτοια εξήγηση, με μόνο στοιχείο τον ηρωισμό των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού, θα ’τανε λειψή...».
 Και παρακάτω στη σελίδα 53 λίγες γραμμές πιο πάνω από το απόσπασμα που επιλέγει η A. Κ.: «Απ’ τη δική μας την πλευρά δεν νιώθω καθόλου την ανάγκη να ξεπεράσω τα πράγματα. Σ’ ένα πολεμικό βιβλίο διάβασα πως μονάχα οι λοχίες της πένας βρίσκουνε κέφι να παρασταίνουν ήρωες που δε φοβούνται το θάνατο. Μόλο που δεν είμαι μήτε υποδεκανέας της πένας θα ’θελα να συμφωνήσω πέρα για πέρα μ’ αυτό. Ο σκοπός μου δεν είναι να παραστήσω τίποτα μυθικούς ήρωες να πολεμούν στη Μουργκάνα.» Η αίσθηση της ιστορικής στιγμής διάχυτη σ’ όλο το κείμενο είτε κοντά, είτε μακριά απ’ το θέατρο των μαχών αποτυπώνεται απ’ τον υποδεκανέα της πένας με ευθύτητα και ακρίβεια. Άλλωστε, αυτός είναι ο ρόλος που επιφυλάσσει ο ίδιος για τον εαυτό του. Να μας δώσει δηλαδή μια διήγηση όπου όλα μέσα σ’ αυτήν να «είναι υποταγμένα, όχι μόνο γενικά στην αλήθεια, μα στην πιο αυστηρή απαίτηση της ακρίβειας και για το πιο μικρό περιστατικό»7.
Κι ας είναι άλλος ο δικός τους καημός. «Μα τα πρόσωπα, το βλέπω τώρα ολοκάθαρα, δεν τα χρωμάτισα όπως ήθελα κι ν0σοθα ’πρεπε. Μου ξέφευγαν κάθε στιγμή. Μέσα στο νου μου το να συνταυτίζεται με τ'άλλο, μπλέκουν όλα μαζί. Κ’ έρχονται μαζί και μορφές από τα περασμένα -φυλακές και στρατόπεδα κ’ εξορίες- αγαπημένες νεανικές μορφές στην Αθήνα το Δεκέμβρη, ελασίτες που κλαίγανε μέσα στα γένια τους, δίνοντας τα όπλα τους μετά τη Βάρκιζα, σύντροφοί μας που χαθήκανε - κι όλα μαζί γίνονται ένα. Κι όλα συνθέτουν και στήνουνε μπρος μου τη μια μορφή τον Έλληνα μαχητή.» Αυτή όμως είναι η περιπέτεια της γραφής του Δημήτρη Χατζή του μοιραία εκτυλίσσεται ταυτόχρονα με τα ιστορικά γεγονότα που περιγράφει, με την περιπέτεια της Αριστεράς ή με ην περιπέτεια της μετανάστευσης όπως θα μας πει αργότερα αργότερα στο Διπλό βιβλίο: «... Τα πρόσωπά μου, αυτά τα λίγα πρόσωπα του βιβλίου μου, που τόσο τ’ αγάπησα. Δεν τα τέλειωσα, δεν τα ολοκλήρωσα, το ξέρω. Είναι όλα γύρω μου απόψε και με κοιτούνε. Μια δικαίωση περιμένουν από μένα. Δεν έχω να τους δώσω. Το μικρό δωμάτιο της μοναξιάς μου γέμισε από τη λύπη τους. Να την πάρω απάνω μου. Όλη.... Δυο γενιές νικημένες... Την παίρνω.»
Ο συγγραφέας τα παίρνει όλα απάνω του και σηκώνει τα χέρια ή σπάζει τα κοντύλια γιατί ξέρει πολύ καλά τα όρια, τα όρια της γραφής. Κι όμως γράφει γιατί «ωστόσο πρέπει να πει».
Η προτεραιότητα της πράξης σε σχέση με την τέχνη σε καιρούς συγκρούσεων, μια αντίφαση βάσανος για όλους τους ανθρώπους των γραμμάτων, για τους αριστερούς οξύνεται στο μέγιστο βαθμό. Γίνεται μαρτύριο. Γι’ αυτό η προτροπή που με καθηγητική αυστηρότητα απευθύνεται στο Δ. Χατζή, να είναι λιγότερο υπερβολικός, να υποτάσσεται στους κανόνες (της γραφής) και να παραδειγματιστεί λίγο από τον συμμαθητή του Ρ. Αποστολίδη, φαντάζει τουλάχιστον αδόκιμη. Απ’ την άλλη μεριά το περίφημο ποίημα του Εγγονόπουλου καίριο και συγκλονιστικό, επίκαιρο ώς κλασικό μες στη λιγομίλητη σοφία του, έχει ένα απαραίτητο προαπαιτούμενο: την απόσταση από τα διαδραματιζόμενα. Τη μη ανάμιξη. Αυτή τη θέση ο Χατζής δεν την είχε. Απ’ την αρχή. Το κείμενό του είναι κείμενο πάθους και οργής, με τον παλμό της πρώτης γραμμής, κείμενο που μιλάει πολύ, που θέλει να τα χωρέσει όλα, που αγωνιά να πει. Κατά την A. Κ. όμως, όλα αυτά συνιστούν απλώς υπερβολή. Και ως υπερβολή είναι αδικαιολόγητη εκτός εάν... υποκρύπτει απελπισία και άρα, σ’ αυτήν την περίπτωση (που υποκρύπτει δηλαδή) κατακριτέα. «Ο Εμφύλιος (μας λέει) είναι γενικά μια εποχή όπου το νόημα του να γράφει κανείς αμφισβητείται. Συνήθως αμφισβητείται με έκδηλη αγωνία και απελπισία. Η Μέλπω Αξιώτη στο Παρίσι δεν γράφει λογοτεχνία παρά μόνο καταγγελίες εναντίον του εμφυλιοπολεμικού Κράτους.» Αποχή από τη συγγραφή λογοτεχνίας ή χαμηλούς τόνους, καταγραφή της μαρτυρίας σε αντιπολεμική κατεύθυνση και αυτοκατάργηση συνιστά η Α.Κ. Δηλαδή τη μη στράτευση του συγγραφέα ως συγγραφέα. Μόνο που η Μέλπω Αξιώτη που προαναφέρεται ήταν η μεταφράστρια στα γαλλικά της «Μουργκάνας», αμέσως μετά την έκδοση του κειμένου τον Ιούλιο του 1948 από τη Φωνή του Μπούλκες'0. Αν και ο ίδιος ο Χατζής είχε εκφράσει τις αντιρρήσεις του σχετικά με τις αναφορές των κριτικών στις προσωπικές περιπέτειες των συγγραφέων, είναι ανάγκη στο σημείο αυτό να παραθέσουμε ένα γεγονός. Την εποχή που μαίνονταν οι μάχες στη Μουργκάνα ο Δ. Χατζής αυτομόλησε (Μάρτιο του ’48) στο Δημοκρατικό Στρατό. Ο αδελφός του Αγγελος Χατζής συλλαμβάνεται τότε στα Γιάννενα και οδηγείται σε δίκη. Η ισόβια κάθειρξη που προτείνεται από τον βασιλικό επίτροπο μετατρέπεται σε απόφαση «εις θάνατον» στο στρατοδικείο. Έτσι ο Άγγελος Χατζής εκτελείται στις 27/7/1948". Αυτός ήταν ο Ιούλιος που τυπώθηκε η «Μουργκάνα», αυτό ήταν το καλοκαίρι με τα «πολύ ταραγμένα νεύρα» του Δ. Χατζή.
Στο κείμενο της A. Κ. υπάρχουν δυο νύξεις για ένα πολύ ενδιαφέρον, μεγάλο όμως θέμα. Η σχέση του Χατζή με την Πατρίδα με κεφαλαίο, με την ελληνικότητα που ταυτίζει με την αριστερά ή ακόμα, θα πρόσθετα, με την μορφή του Έλληνα μαχητή που σκιαγραφεί, επίσης με κεφαλαίο. Εδώ ο Χατζής δεν είναι μόνος του. Μαζί του είναι η άποψη του Κομμουνιστικού Κόμματος που μπήκε στον εμφύλιο με το πατριωτικό μπαϊράκι της αντίστασης και διεκδίκησε την εκπροσώπηση του συνόλου του ελληνικού λαού ενάντια στους ξένους που ήρθαν να καθορίσουν τη μοίρα μας. Το έθνος γίνεται μήλο της έριδος, «προδότες του έθνους» αποκαλούν τους αντιπάλους τους οι μελλοντικοί νικητές, «ξενόδουλους και ξενοκίνητους» τους αντιγυρίζουν οι μελλοντικοί ηττημένοι. Τα ανεξίτηλα ίχνη αυτής της άποψης της Αριστερός τα είδαμε και στις μέρες μας με την ευτράπελη συνεύρεση δικέφαλων αετών με σφυροδρέπανα στις ίδιες διαδηλώσεις!
Ταυτόχρονα, πίσω από αυτά τα κεφαλαία, αρχίζει να δια- φαίνεται η άποψη του Χατζή για την Ελλάδα, για κάθε τι το ελληνικό, για το ρωμέικο φιλότιμο και τις υπόλοιπες αρετές μας. Αυτά όμως είναι χαρακτηριστικά που τα κρατάει για τα πρόσωπα. Τα πρόσωπα του έργου του, και μέσω αυτών των προσώπων καταχωρούνται στην ποιητική του. Αυτό καθιστά ανεδαφική, ακόμα και για διδακτικούς λόγους, μια ιδεολογική αποκάθαρση των κειμένων του.
Και μια τελευταία σημείωση. Όλο το κείμενο της A. Κ. χαρακτηρίζεται από μια έντονα επικριτική διάθεση απέναντι στη «Μουργκάνα» του Δ. X. Αν και ξεκινάει δηλώνοντας ότι «το κείμενο αυτό βέβαια δεν είναι ακριβώς λογοτεχνία», οπότε δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της λογοτεχνικής κριτικής, αμέσως γυρίζει το φύλλο λέγοντας ότι «ωστόσο μετέρχεται τους τρόπους της λογοτεχνίας και χρησιμοποιεί τα τεχνάσματά της» και άρα μπορεί να αναλυθεί ως λογοτεχνικό κείμενο. Σ’ αυτή τη δεύτερη περίπτωση όμως, ηθικοί χαρακτηρισμοί όπως λόγου χάρη αυτός της ανειλικρίνειας δεν έχουν θέση. Αλλά ούτε και οι εμφάσεις περί υπερβολής χωράνε γιατί ένα κείμενο δεν διορθώνεται, πιστεύω, όπως μια γυμνασιακή έκθεση ιδεών αλλά κρίνεται ως προς την εσωτερική του λογική, ως προς τις προθέσεις και τους στόχους που το ίδιο θέτει. Όταν ένα κείμενο κρίνεται από μια αντιπαλότητα θέσεων, τότε κρίνεται ως πολιτικό κείμενο και σ’ αυτή την περίπτωση είναι απαραίτητο να είναι παρούσες και διαφανείς και οι πολιτικές απόψεις του κρίνοντος και όχι να μετέρχονται τους τρόπους της λογοτεχνικής κριτικής και να χρησιμοποιούν τα τεχνάσματά της. Αν «πενήντα και δύο χρόνια μετά έχει φουντώσει το ενδιαφέρον και η έρευνα για τον εμφύλιο», αν και σήμερα μπορεί να πυροδοτεί αντιπαραθέσεις και να προκαλεί ιδεολογικές ταχυκαρδίες, τότε καλό θα ήταν να κάνουμε μια βουτιά με ανοιχτά μάτια και να ψάξουμε αυτό το θρυλικό ναυάγιο.



[1] Δ. Χατζή, Θητεία, σ. 37, εκδ. Το Ροδακιό, 2000.
[2] Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναμέτρηση, που κάποιος μπορεί να πει ότι συμβαίνει πάντοτε, είχε λάβει την πιο δυναμική της μορφή, αυτή της ανοιχτής σύγκρουσης δηλαδή του πολέμου.
[3] Όταν έπεφτε το βράδυ στα βλάχικα κονάκια του βουνού οι μανάδες για να μαζέψουν τα παιδιά τους μέσα, επιστράτευαν αντί του συνηθισμένου «ους ζίνι ούρσα» (θα έρθει η αρκούδα) το «ους ζίνι Γαλάνη».
[4] Με τη θέλησή τους. Η εθελοντικότητα του εμφυλίου άλλωστε αναγνωρίστηκε από τους αντιπάλους- νικητές που αρνήθηκαν στους αιχμαλώτους το καθεστώς του αιχμάλωτου πολέμου αντιμετωπίζοντάς τους ως παράνομους ένοπλους.
[5] Θητεία, σ. 53.